H e-Amyna στο μουσείο της RAF

17

Η Royal Air Force (RAF) δημιουργήθηκε το 1918, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τη συνένωση της Royal Flying Corps και της Royal Naval Air Service και είναι η πρώτη αεροπορία στον κόσμο που λειτούργησε ως ανεξάρτητος κλάδος. Αποτελεί μια από τις πιο ιστορικές και εμπειροπόλεμες αεροπορίες, με συνεχή συμμετοχή σε πολεμικές συγκρούσεις και επιχειρήσεις από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα.

H e-Amyna επισκέφτηκε πρόσφατα το μουσείο της RAF στο Λονδίνο και σας μεταφέρει τις εντυπώσεις της.

Με τα χρώματα της RAF υπηρέτησαν τρεις εκδόσεις του F-4 Phantom. Η F-4K Phantom FG.1, η F-4M Phantom FGR.2 και μικρός αριθμός F-4J(UK), πρώην F-4J του USN που πριν τη μεταβίβασή τους αλλά και κατά τη διάρκεια της χρήσης τους υπέστησαν μετατροπές που τα έφεραν πιο κοντά στη διαμόρφωση των F-4K/M. Άξιο προσοχής στο F-4M της φωτογραφίας το αναρτημένο στον κεντρικό πυλώνα ατρακτίδιο SUU-23A με ενσωματωμένο πυροβόλο GAU-4. Ο ρυθμός βολής 4.000 ή 6.000 rpm ρυθμιζόταν στο έδαφος ενώ η μέγιστη συνολική αναχορηγία ήταν 1.200 βλήματα.

Δεν είναι ευρύτερα γνωστό αλλά στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν η Πολεμική Αεροπορία αναζητούσε τρόπους ενίσχυσης της δύναμής της μέσω μεταχειρισμένων αεροσκαφών, υπήρξε πρόταση μεταπώλησης αριθμού F-4M Phantom FGR.2 από την RAF στην ΠA. Σε σύγκριση με τα F-4E της ΠΑ, το F-4M διέθετε κάποια πλεονεκτήματα όπως το εξελιγμένο INS της Ferranti, τις επιπλέον διαμορφώσεις A/G του ραντάρ και τις ανώτερες επιδόσεις του συνδυασμού AN/AWG-12 / Skyflash σε look-down/shoot-down και περιβάλλον ECM. H μεταπώληση δεν προχώρησε πέρα από κάποιες αρχικές συζητήσεις, αφενός επειδή πιθανή ένταξη των F-4M θα απαιτούσε τη δημιουργία καινούργιας και εκτεταμένης υποδομής υποστήριξης λόγω των πολλών διαφορών με τα F-4E σε υπηρεσία, αφετέρου γιατί οι Βρετανοί δεν ήθελαν να παραχωρήσουν τα αεροσκάφη δωρεάν.

Το Supermarine Spitfire αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα μαχητικά αεροσκάφη όλων των εποχών και σχεδόν κατά κοινή παραδοχή ένα από τα πιο όμορφα. Συνολικά κατασκευάστηκαν 20,351 Spitfire σε 24 διαφορετικές εκδόσεις, μεταξύ αυτών και μια έκδοση, επονομαζόμενη Seafire, κατάλληλα διαμορφωμένη για επιχειρήσεις από αεροπλανοφόρο. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του αεροσκάφους υπήρξε η ελλειπτική και κυμαινόμενης διατομής πτέρυγα, που ήταν υπεύθυνη για την αυξημένη ευελιξία του αεροσκάφους, αλλά ήταν δύσκολη και περίπλοκη στην κατασκευή της.

Η κατασκευή ενός Spitfire απαιτούσε κατά μέσο όρο περίπου 15,200 εργατοώρες, δηλαδή 1.5 φορές περισσότερες από όσες αυτή ενός Hurricane. Κάθε Spitfire είχε κόστος £5,000 (περίπου £800,000 σε σημερινές τιμές) και είναι ενδιαφέρον ότι η χρηματοδότηση μεγάλου μέρους των Spitfire που κατασκευάστηκαν τον πρώτο χρόνο του πολέμου, προήλθε από δημοτικές, κοινοτικές, εταιρικές ή ακόμα και ιδιωτικές χορηγίες, τα γνωστά και ως “Spitifire Funds”.

Στη Μάχη της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1940, η έκδοση του Spitfire που γνώρισε δράση ήταν η Mk I, η οποία και ήρθε αντιμέτωπη κυρίως με το Messerschmitt Bf 109E.

Σε σύγκριση με το μαχητικό της Luftwaffe, το βρετανικό καταδιωκτικό ήταν ταχύτερο, ειδικά μέχρι τα 15,000 ft, με ανώτερο ρυθμό στροφής και συγκεκριμένα 19°/sec έναντι 15°/sec με φόρτιση 6g στα 12,000 ft και είχε μικρότερο ελάχιστο κύκλο στροφής 696 ft έναντι 885 ft. Το Bf 109E παρουσίαζε καλύτερο roll rate και απροβλημάτιστη συμπεριφορά σε ελιγμούς αρνητικών g, τους οποίους το Spitfire Mk I δεν μπορούσε να ακολουθήσει λόγω του κινητήρα του, ενώ και τα δύο αεροσκάφη είχαν παρόμοιο ρυθμό ανόδου σε όλα τα ύψη.

Παρά το γεγονός ότι στη συνείδηση πολλών η νικηφόρα εξέλιξη της Μάχης της Αγγλίας είναι συνυφασμένη με το Spitfire, είναι ένα άλλο αεροσκάφος της RAF αυτό στο οποίο πρωτίστως οφείλεται το τελικό αποτέλεσμα, το Hurricane Μκ Ι της Hawker Aircraft Ltd. Το Hurricane εκείνη την περίοδο αποτελούσε τον κορμό των καταδιωκτικών της RAF, εξοπλίζοντας 33 Σμήνη με 709 αεροσκάφη έναντι 19 Σμηνών με 372 Spitfire (Αύγουστος 1940) και ευθύνεται για το 55% των συνολικών καταρρίψεων, αν και με χαμηλότερο λόγο victory-to-loss σε σχέση με Spitfire, 1.34:1 έναντι 1.8:1.

Το Hurricane υστερούσε σε επιδόσεις σε σχέση με το συναγωνιστή του, ήταν όμως εξίσου ευέλικτο, με παρόμοιο στιγμιαίο ρυθμό στροφής και μικρότερο κύκλο στροφής. Κατά τη διάρκεια ενός ελιγμού έχανε ενέργεια με ταχύτερο ρυθμό, κυρίως λόγω του χειρότερου λόγου ώσης-προς-βάρος, ήταν όμως πιο σταθερό, ανθεκτικότερο σε πλήγματα, πιο αξιόπιστο και πιο εύκολο στη συντήρηση. Ο χρόνος turn-around (επανεξοπλισμός και καύσιμα) ενός Spitfire ήταν 26 λεπτά ενώ αυτός του Hurricane μόλις 8.

Όπως όλοι οι χειριστές μαχητικών, έτσι και οι πιλότοι του Hurricane αγαπούσαν το αεροσκάφος τους, ήξεραν τα δυνατά του σημεία και πίστευαν ότι θα μπορούσαν να επικρατήσουν σε μία αναμέτρηση ακόμα και απέναντι σε Spitfire. Μια σχετικά άγνωστη ιστορία, ενδεικτική του μαχητικού πνεύματος που διακρίνει κάθε χειριστή, έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1940, λίγες ημέρες πριν την Μάχη της Αγγλίας, στα πλαίσια μια άσκησης αντιμετώπισης βομβαρδιστικών. Σύμφωνα με το σενάριο της άσκησης, δύο τριάδες Spitfire του 64ου Σμήνους, θα παρείχαν άμυνα σημείου στο αεροδρόμιο Kenley του Surrey ενώ ο ρόλος του εισβολέα είχε ανατεθεί σε αεροσκάφη τύπου Hurricane. Τα Hurricane θα προσομοίωναν εχθρικά βομβαρδιστικά αεροσκάφη πετώντας σε σχετικό σχηματισμό και με το αντίστοιχο προφίλ πτήσης και περιορισμούς, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τις τακτικές εναντίον βομβαρδιστικών.

Photo credit: UK MoD

Όταν όμως τα Spitfire ξεκίνησαν την αναχαίτιση, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως προέβλεπε το σενάριο. Οι πιλότοι των Hurricane, ενεργώντας αυτόβουλα και εκτός σχεδιασμού άσκησης, “ξέχασαν” τον ρόλο τους ως βομβαρδιστικά, έσπασαν το σχηματισμό τους και επιτέθηκαν στα Spitfire. Τα επόμενα λεπτά εξελίχθηκε μια σκληρή αερομαχία, την επιτυχή κατάληξη της οποίας διεκδίκησαν και οι δύο πλευρές, με το μόνο σίγουρο να είναι ότι η άσκηση ολοκληρώθηκε χωρίς να εξαχθούν τα συμπεράσματα που περίμενε ο σχεδιαστή της.

Το συγκεκριμένο Tornado GR.1B έλαβε μέρος στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, εκτελώντας 39 συνολικά αποστολές, κάποιες από τις οποίες σε ρόλο προσβολής αεροδρομίων με χρήση βομβών Paveway και εξειδικευμένων περιληπτών JP233. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων το αεροσκάφος είχε λάβει το παρατσούκλι “Bob” από τη χιουμοριστική σειρά Μαύρη Οχιά, που χρησιμοποιήθηκε ως έμπνευση για την ονομασία όλων των αεροσκαφών της Μοίρας του. Ήταν ένα από τα 24 αεροσκάφη του τύπου που το 1994 τροποποιήθηκαν για να φέρουν τα αντιπλοϊκά βλήματα Sea Eagle.

Το Tornado IDS είναι ένα εξαιρετικά ικανό αεροσκάφος κρούσης, σε χρήση ακόμα από την RAF στην αναβαθμισμένη έκδοση GR4, με δυνατότητα μεταφοράς οπλικού φορτίου 3,600 kgr σε απόσταση 1,400 km με προφίλ πτήσης hi-lo-hi. Εξακολουθεί και θεωρείται το ταχύτερο μαχητικό σε χαμηλή πτήση σήμερα, με ικανότητα διατήρησης, σε καθαρή διαμόρφωση, ταχύτητας μεγαλύτερης από 1.2 Mach. Είναι άξιο αναφοράς ότι το Tornado IDS ήταν ένα από τα υποψήφια αεροσκάφη για την “Αγορά του Αιώνα” της ΠΑ τη δεκαετία του ’80. Η απουσία όμως οποιασδήποτε ικανότητας αέρος – αέρος, πέραν της στοιχειώδους αυτοάμυνας, είχε οδηγήσει την αρμόδια επιτροπή του ΓΕΑ στην απόφαση να συμπεριληφθεί η αξιολόγησή του μόνο στη περίπτωση επιλογής δύο τύπων αεροσκαφών.

Το μουσείο της RAF του Λονδίνου έχει πολλά σημαντικά εκθέματα αλλά αναμφισβήτητα το “αστέρι” του είναι το Avro Lancaster B Mk1. Συνολικά κατασκευάστηκαν 7,377 βομβαρδιστικά τύπου Lancaster από δέκα διαφορετικά εργοστάσια. Στο απόγειο της παραγωγής του, εκτιμάται ότι παραπάνω από 1.1 εκατ. εργάτες / μηχανικοί, σε 920 εταιρίες, είχαν κάποιου είδους εμπλοκή σε αυτήν. Παρά το μέγεθος και το βάρος του, το Lancaster ήταν εύκολο στο χειρισμό, με αναφορές να υπάρχουν ακόμα και για εκτέλεση ελιγμών τύπου barrel-roll και loop!

Το αεροσκάφος του μουσείου, με σειριακό αριθμό R5868 και το παρατσούκλι “Sugar”, αποτελεί ένα από τα πιο ιστορικά Lancaster καθώς είναι το πρώτο βαρύ βομβαρδιστικό της RAF που συμπλήρωσε συμμετοχή σε 100 αποστολές βομβαρδισμού. Όπως υποδηλώνουν τα 137 bomb markings, εκτέλεσε επιτυχώς ισάριθμες αποστολές, μόλις τρεις λιγότερες από το απόλυτο ρεκόρ των 140 αποστολών του Lancaster Mk 111 ED888 “Mke Squared” του 103ου Σμήνους, γράφοντας 795 επιχειρησιακές ώρες και ρίχνοντας 466,000 kgr βομβών διαφόρων ειδών.

Ο άνω και ο οπίσθιος αμυντικός πυργίσκος του Lancaster ήταν εξοπλισμένοι με δύο και τέσσερα πολυβόλα τύπου Browning .303 Mark II, αντίστοιχα. Οι πυργίσκοι δεν ήταν θερμαινόμενοι, με συνέπεια οι χειριστές τους να έρχονται αντιμέτωποι με θερμοκρασίες χαμηλότερες των -20 βαθμών Κελσίου. Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ οι πυργίσκοι ήταν εκ κατασκευής περίκλειστοι, πολλοί χειριστές αφαιρούσαν το μπροστινό προστατευτικό κάλυμμα καθώς θόλωνε και σχημάτιζε πάγο μειώνοντας την ορατότητα. Η συνεπακόλουθη πτώση της θερμοκρασίας ήταν μικρή, 3 με 4 βαθμοί, για να κάνει διαφορά μπροστά στο πλεονέκτημα της αυξημένης ορατότητας.

H μήκους 10 μέτρων αποθήκη οπλισμού του Lancaster παρείχε μεγάλη ευελιξία στη διαμόρφωση του μεταφερόμενου φορτίου που περιελάμβανε βόμβες τύπου GP/HE, S/AP, HC και SBC, βάρους από 110 kgr έως και 3,600 kgr αλλά και εξειδικευμένα και αποκλειστικά φορτία όπως η Upkeep bounching βόμβα εναντίον φραγμάτων και οι βόμβες Tallboy και Grand Slam.

Στην παραπάνω φωτογραφία φαίνεται μια από τις 5 εναπομείναντες σήμερα βόμβες τύπου Grand Slam. Η Grand Slam, συνολικού βάρους 10.000 kgr, αποτελούσε μέχρι και τον Απρίλιο του 2017, όποτε και έγινε η πρώτη επιχειρησιακή ρίψη της GBU-43/B MOAB στο Αφγανιστάν, την ισχυρότερη συμβατική βόμβα που χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε πόλεμο.

Το Harrier ήταν το πρώτο μαχητικό παραγωγής με δυνατότητα V/STOL και με εξαίρεση το περιορισμένων δυνατοτήτων σοβιετικό Yak-36/38, που λειτούργησε όμως περισσότερο ως ένα διευρυμένο concept study, το μοναδικό μέχρι την εισαγωγή σε υπηρεσία του F-35Β. Σε σύγκριση με την προηγούμενη έκδοση GR1A, τo Harrier GR3 ενσωμάτωσε το LRMTS (Laser Ranging and Marked Target Seeking) της Ferranti και σύστημα RWR της Marconi, βελτιώνοντας κατακόρυφα την ακρίβεια προσβολής στόχων εδάφους και την επιβιωσιμότητα του αεροσκάφους αντίστοιχα. Ήταν εφοδιασμένο επίσης με μια ελαφριά ισχυρότερη έκδοση του κινητήρα Pegasus και διέθετε κάποιες αυτοματοποιήσεις στη διαδικασία VTOL.

Το Harrier GR3 γνώρισε επιχειρησιακή δράση στον πόλεμο των Φώκλαντς, το αεροσκάφος μάλιστα με σειριακό αριθμό 997 που εκτίθεται στο μουσείο είχε ενεργό συμμετοχή, εκτελώντας μεταξύ άλλων την πρώτη επιτυχή προσβολή με χρήση LGB του πολέμου. Δώδεκα αεροσκάφη τύπου Harrier GR3 της RAF έλαβαν μέρος στον πόλεμο, εκτελώντας πλήθος αποστολών, με τέσσερις συνολικά απώλειες.

Το Lightning παρέμεινε στην υπηρεσία της RAF μέχρι και το 1988, καθιστώντας το, το μακροβιότερο μαχητικό στην ιστορία της. Οι εντυπωσιακές επιδόσεις του, ειδικά σε ρυθμό ανόδου (20,000 ft / min), το έφεραν συχνά σε σύγκριση με το F-104 της Lockheed το οποίο όμως υστερούσε δραματικά σε ευελιξία μπροστά στο αεροσκάφος της English Electric.

Η μειωμένη αυτονομία αποτελούσε το βασικό μειονέκτημα του Lightning ενώ η απουσία οποιασδήποτε ικανότητας για αποστολές αέρος – εδάφους, του στέρησε, τυπικά τουλάχιστον, την επιτυχία στο διαγωνισμό της Γερμανικής Αεροπορίας το 1961 για 900 αεροσκάφη, τον οποίο και κέρδισε το F-104G. Μια δεκαετία αργότερα, αποκαλύφθηκε ότι η Lockheed είχε δωροδοκήσει με πάνω από $22 εκατομμύρια, γερμανούς κρατικούς αξιωματούχους προκειμένου να επιλεγεί το δικό της μαχητικό.

Άξιο προσοχής στις φωτογραφίες ο τρόπος ανάρτησης των εξωτερικών δεξαμενών καυσίμου πάνω από τη πτέρυγα, οι οποίες όμως μείωναν σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες ελιγμού και σε περίπτωση αναχαίτισης / αερομαχίας απορρίπτονταν με χρήση ειδικού μηχανισμού, ο αποσπώμενος σωλήνας ανεφοδιασμού και τα IR βλήματα αέρος – αέρος Red Top και Fire Streak.

Περισσότερα από 3,000 P-40 Kittyhawk υπηρέτησαν με τα χρώματα των αεροποριών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Tα Tomahawk και Kittyhawk της RAF γνώρισαν σημαντική δράση στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής, όπου η υστέρηση του P-40 σε ύψη πάνω από 15,000 ft σε σύγκριση με τα Bf 109 δεν ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη, αφού οι περισσότερες αερομαχίες λάμβαναν χώρα αρκετά χαμηλότερα. To 112o Σμήνος της RAF, εφοδιασμένο το 1941 με Curtis Tomahawk στη Βόρεια Αφρική, ήταν το πρώτο που εμπνευσμένο από την μεγάλη εισαγωγή αέρα του αεροσκάφους και επηρεασμένο από αντίστοιχη υλοποίηση σε κάποια γερμανικά Bf 110, εισήγαγε το χαρακτηριστικό “shark’s mouth”, το οποίο εν συνεχεία υιοθετήθηκε από πολλές άλλες μονάδες, με πιο γνωστή αυτή των Flying Tigers.

Με συνολική επιφάνεια πτερύγων πάνω από 350(!) τετραγωνικά μέτρα, το στρατηγικό βομβαρδιστικό Avro Vulcan B Mk2 αποτελεί αναμφίβολα ένα εντυπωσιακό αεροσκάφος. Το Vulcan μπήκε σε υπηρεσία στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και έπρεπε να περιμένει 25 χρόνια για να αποδείξει την αξία του σε πραγματικές επιχειρήσεις. Ήταν στα πλαίσια της επιχείρησης Black Buck, στον πόλεμο των Φώκλαντς, όπου τα Vulcan εκτέλεσαν πέντε αεροπορικές επιδρομές εναντίον του αεροδρομίου του Port Stanley και του 3D ραντάρ AN/TPS-43 που είχαν εγκαταστήσει οι Αργεντινοί στην περιοχή, ορμώμενα από τη βάση της RAF στη Νήσο Αναλήψεως, 6,300 km μακριά από τον στόχο τους.

Ακόμα και σήμερα, οι γνώμες διίστανται σχετικά με τη σκοπιμότητα και το αποτέλεσμα της επιχείρησης. Από καθαρά επιχειρησιακή σκοπιά, οι επιδρομές δεν κατόρθωσαν να αναστείλουν, παρά για περιορισμένο χρονικό διάστημα, τη λειτουργία του αεροδρομίου, ούτε κατόρθωσαν να καταστρέψουν το ραντάρ περιοχής των Αργεντινών. Παρόλα αυτά, οι επιδρομές είχαν σημαντικό ψυχολογικό αντίκτυπο, τόσο στο εσωτερικό της Βρετανίας, όσο και στην Αργεντινή.

To Tornado ADV αποτελεί ένα αδικημένο αεροσκάφος από την άποψη ότι δεν εξοπλίστηκε παρά μόνο στο τέλος της καριέρας του με ένα αξιόπιστο και λειτουργικό ραντάρ. Η δυνατότητα εκτέλεσης CAP διάρκειας τριών ωρών σε απόσταση 600 km από τη βάση του, με πλήρες φορτίο 4 Skyflash και 2 Sidewinder, είναι ενδεικτική της ικανότητας του φορέα στον ρόλο της αναχαίτισης. Όμως, ακόμα και στην έκδοση F3, το ραντάρ ΑΙ.24 Foxhunter παρέμεινε αναξιόπιστο. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου του Κόλπου το 1991, όπου το Tornado ADV F3 συμμετείχε τόσο με τα χρώματα της RAF και της πολεμικής αεροπορίας της Σαουδικής Αραβίας, το ραντάρ εμφάνισε μια σειρά προβλημάτων με κυριότερη αυτή της ακούσιας μετάπτωσης σε memory mode όταν ιχνηλατούσε πολλούς στόχους ταυτόχρονα. Όταν ο χειριστής γυρνούσε ξανά τη λειτουργία σε track mode, οι περισσότεροι στόχοι είχαν χαθεί. Τα παραπάνω, μαζί με την απουσία IFF, οδήγησαν στην απόφαση να κρατηθούν τα Tornado ADV μακριά από το πεδίο της μάχης.

Στην τελική έκδοση F3 Stage 3, το Tornado ADV ξεπέρασε το σύνολο των προβλημάτων του και εξελίχθηκε σε ένα ικανότατο αναχαιτιστικό, με αξιόπιστο ραντάρ με δυνατότητα αυτόματου TWS 20 στόχων σε απόσταση 185 km, δυνατότητα βολής AIM-120C-5 και ASRAAM, JTIDS Link 16, IFF τελευταίας γενιάς και βελτιωμένο Σ/Α.

Με περισσότερα από 100 αεροσκάφη σε στατική έκθεση, η προσπάθεια κάλυψης του συνόλου του μουσείου της RAF στο Λονδίνο στο πλαίσιο ενός άρθρου είναι πρακτικά αδύνατη. Εφόσον βρεθείτε στο Λονδίνο, αξίζει πραγματικά το χρόνο και τον κόπο να επισκεφθείτε το μουσείο. Η πρόσβαση είναι σχετικά εύκολη μέσω της γραμμής Northern (στάση Colindale) του μετρό ενώ η είσοδος είναι ελεύθερη. Αν επισκεφτείτε το μουσείο, μην παραλείψετε να αναζητήσετε στο κατάστημα δώρων τον χώρο με τα καινούργια αλλά και μεταχειρισμένα βιβλία όπου υπάρχουν πολλές αξίολογες επιλογές για τους λάτρεις της αεροπορίας.

Photo credit: UK MoD